H εξουσία βιάζει αθλητές και αθλητισμό

 Χρήστος Κώνστας   2021-01-27 15:30  

H εξουσία βιάζει αθλητές και αθλητισμό


Από όλα όσα έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας και αφορούν είστε στον αθλητισμό, είτε σε οποιαδήποτε άλλη έκφανση της κοινωνικής δραστηριότητας προκύπτει ένας σύνδεσμος που διαπερνά φαινομενικά εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις και ως προς το είδος της κακοποίησης και ως προς το πεδίο όπου αυτή εξελίσσεται. Όλοι οι θύτες είχαν στα "χέρια" τους εξουσία. Οικονομική, πολιτική, επαγγελματική, διοικητική, οικογενειακή, ακόμη και ηλικιακή.

Ας σταθούμε στον αθλητισμό μιας και από αυτόν τον τομέα ξεκίνησαν όλα. Ο βιασμός με καθαρά σεξουαλικά χαρακτηριστικά είναι μια περίπτωση, και κατά πάσα πιθανότητα, ευτυχώς από τις μεμονωμένες. Όμως το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο γιατί ο βιασμός της ψυχολογίας, του χαρακτήρα και της ανθρώπινης προσωπικότητας στον αθλητισμό δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τη σχέση προπονητή-αθλητή.

Πίσω από το προκάλυμμα του ενδεδειγμένου σεβασμού στο πρόσωπο του αθλητικού μέντορα, ο αθλητής από την παιδική κιόλας ηλικία, είναι υποχρεωμένος να εκτελεί εντολές. Υπάρχουν περιπτώσεις που αυτές δεν αφορούν μόνο στη προπονητική σχέση. Υπερβαίνουν αυτήν ελέγχοντας πολλές φορές την κοινωνική και οικογενειακή σχέση του αθλητή. Πως προκύπτει αυτός ο έλεγχος; Καλλιεργείται σταδιακά, χρόνο με το χρόνο και με ένα μόνο καταλύτη. Την κατοχή της εξουσίας. Πόσοι νέοι αθλητές που έχουν επενδύσει τα όνειρα τους και τις προσδοκίες τους θα βρουν τη δύναμη και το κουράγιο να αντισταθούν , πολύ περισσότερο να εναντιωθούν σε περιπτώσεις προπονητών που τους συμπεριφέρονται απαξιωτικά. Τους μειώνουν ή ακόμη και τους εξευτελίζουν, πιστεύοντας έτσι ότι σκληραγωγούν χαρακτήρες και αναδεικνύουν πρωταθλητές. Είναι έτσι το σύνολο του αθλητισμού; Φυσικά και όχι. Αλλά είναι και έτσι.

 H ισχύς της εξουσίας που διακατέχει μερίδα αθλητικών παραγόντων (προπονητών, διοικητικών στελεχών, κ.α) αποτυπώνεται σε αρκετές περιπτώσεις τόσο εντός όσο και εκτός σταδίων. Από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο μεγάλα. Θυμάμαι προπονητή να εξευτελίζει μπροστά σε εκατοντάδες θεατές, τον ίδιο του τον αθλητή επειδή εγκατέλειψε τον αγώνα. Ο αθλητή να αποχωρεί από το στάδιο με κατεβασμένο το κεφάλι και με γοργά βήματα να προσπαθεί να χαθεί ανάμεσα στο πλήθος. Κάντε το εικόνα. Αυτό δεν είναι βιασμός ψυχολογίας και χαρακτήρα; Ή μήπως κρύβουμε εμείς οι ίδιοι το περιστατικό του βιασμού που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας πίσω από τη ταμπέλα του "ιδιόρρυθμου" προπονητή; Εμένα μου έρχεται ασυναίσθητα στο μυαλό, σκηνή από τον κινηματογράφο με γυναίκα να πέφτει θύμα βιασμού και να τρέχει να κρύψει τη ντροπή που νιώθει ως θύμα, ενώ ο θύτης κομπάζει για το κατόρθωμα του δημοσίως. Αλλά και στα μικρά και καθημερινά η ισχύς της εξουσίας αποτυπώνεται με πολλούς τρόπους. Ποιος αθλητής θα τολμήσει να κάνει παρατήρηση σε προπονητή που καπνίζει αρειμανίως εντός του σταδίου κατά τη διάρκεια της προπόνησης καίτοι είναι παράνομο; O ίδιος αθλητής με την ορμή της εφηβείας πιθανότατα θα βρει το κουράγιο να κάνει παρατήρηση σε έναν άγνωστο που καπνίζει δίπλα του σε ένα εστιατόριο. Στον προπονητή όμως, ποτέ.

Κι΄ όταν ο αθλητής καταφέρει να ανέβει επίπεδο, να διακριθεί και να πρωταγωνιστήσει, τότε πολύ πιθανά θα βρεθεί αντιμέτωπος με την παραγοντική εξουσία των Ομοσπονδιών. Εκείνων που δεκαετίες τώρα έχουν μάθει να λειτουργούν ως "κράτος εν κράτει". Εκείνων που πίσω από τον αγώνα για την κατάκτηση του αθλητικού αυτοδιοίκητου, δίνουν τον αγώνα για την διατήρηση του ανεξέλεγκτου. Έτσι για τις ενδεχόμενες εξωτερικές απειλές έχουν φροντίσει να διασφαλιστούν ενώ για τις εντός η καλλιέργεια της ισχύς της εξουσίας έχει ήδη κάνει τη δουλειά της χρόνια τώρα. Ποιος αθλητής θα αμφισβητήσει τον ομοσπονδιακό παράγοντα; Eκείνον που έχει μάθει από την παιδική του ηλικία(πιθανά μετά από 10 και 20 χρόνια συναντά τον ίδιο στην ίδια θέση) ότι "λύνει και δένει". Καθορίζει ποιος θα κάνει τι. Ποιός θα στηριχθεί τεχνικά και οικονομικά και ποιός θα μείνει στην απέξω. Ποιος θα έχει τη δυνατότητα να συμμετέχει σε ευρωπαϊκά και παγκόσμια πρωταθλήματα και ποιός όχι, Ποιός δηλαδή θα εκπληρώσει το όνειρο του. Να φορέσει το εθνόσημο. Και μόνο όταν θα νιώσει ώριμος όχι αθλητικά αλλά ψυχολογικά και ηλικιακά, ενδέχεται –σπάνια - να βρει το κουράγιο να πει "φτάνει πια". Οι περιπτώσεις Μπεκατώρου και Κακλαμανάκη ,αυτό επιβεβαιώνουν. Ωρίμασαν ως άνθρωποι για να αρχίσουν να μιλάνε. Είχε προηγηθεί για εκείνους ότι βιώνουν πολλοί συναθλητές τους σε πολλές ομοσπονδίες. Η βιολογική ωρίμανση με ότι αυτό σημαίνει είναι ίσως ο καθοριστικότερος παράγοντας για να νιώσεις έτοιμος να πεις αυτό το "φτάνει πια". Και αυτό οι αθλητικοί παράγοντες το γνωρίζουν καλά. Καλύτερα από τον καθένα. Μια ματιά στα καταστατικά των ομοσπονδιών είναι αρκετή. Θα διαπιστώσει κανείς ότι αρκετές έχουν θεσπίσει ηλικιακά όρια για την απόκτηση αθλητικής ιδιότητας. Για παράδειγμα η αρχαιότερη ομοσπονδία της χώρας, ο ΣΕΓΑΣ, έχει θέσει όριο τα 35 έτη. Μετά από αυτή την ηλικία δεν έχεις δικαίωμα να αποκτήσει ιδιότητα αθλητή. Τι κι΄ αν οι επιδόσεις σου μπορεί να είναι εφάμιλλες ή ακόμη και πολύ καλύτερες νέων αθλητών. Πίσω από την επιχειρηματολογία ότι οι Ομοσπονδίες στοχεύουν στην ανάπτυξη του αθλητισμού και άλλα σχετικά, υποκρύπτεται ίσως ο πραγματικός λόγος. Είναι πολύ πιο διαχειρίσιμος ένας αθλητής 15 ή 20 ετών από έναν αθλητή 35 ή 40 ετών. Οι τελευταίοι μιλάνε, ενοχλούν, έχουν διαμορφώσει πλέον άποψη και κριτική σκέψη ενώ νιώθουν πολλοί πιο ισχυροί συγκριτικά με έναν έφηβο να αντιπαρατεθούν με την ισχύ της εξουσίας, όταν νιώθουν ότι αδικούνται. Ότι απαξιώνονται. Ότι βιάζονται.

Έχουν έρθει πολλές περιπτώσεις στο προσκήνιο. Και ακολουθούν κι΄άλλες από πολλούς τομείς. Όπως το μεγαλύτερο κέρδος δεν είναι εκείνοι που αποκαλύπτονται γιατί αυτοί θα είναι οι λίγοι αλλά όσοι ζουν με το φόβο ότι θα αποκαλυφθούν. Ότι ίσως έρθει και η δική τους σειρά, γιατί κάποιος ή κάποια θα σπάσει τη σιωπή και θα μιλήσει. Και αυτοί είναι οι περισσότεροι. Μόνο εμβαθύνοντας πίσω απο τα προφανή θα καταφέρουν να αντλήσουν απαντήσεις όσοι εξακολουθούν να αναρωτιούνται "γιατί τώρα;" στον αθλητισμό, στην πολιτική, στη δημοσιογραφία, στις τέχνες, στο γραφείο, στο σπίτι. Ας γίνει η αρχή για να μιλάμε για το "ποτέ ξανά".