Η «επιδημία» της αντοχής: Γιατί εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο άρχισαν να τρέχουν;

 Runbeat Team   11:58 07-09-2026  

Η «επιδημία» της αντοχής: Γιατί εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο άρχισαν να τρέχουν;


Κάτι παράξενο συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στους δρόμους των μεγάλων πόλεων. Συμβαίνει νωρίς το πρωί, όταν οι περισσότεροι ακόμη κοιμούνται. Συμβαίνει τα απογεύματα, στα πάρκα, στις παραλιακές, στα στάδια. Συμβαίνει τα Σαββατοκύριακα, όταν χιλιάδες άνθρωποι αντί να ξενυχτούν μέχρι το πρωί, ξυπνούν πριν χαράξει για να βρεθούν στην εκκίνηση ενός αγώνα.

Άνθρωποι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν είχαν καμία σχέση με τον αθλητισμό αγοράζουν το πρώτο τους ζευγάρι δρομικά παπούτσια. Τρέχουν τα πρώτα πέντε χιλιόμετρα. Μετά δέκα. Ύστερα έναν ημιμαραθώνιο. Και κάποια στιγμή αρχίζουν να σκέφτονται εκείνη την απόσταση που κάποτε θεωρούσαν αδιανόητη: τα 42.195 μέτρα.

Δεν πρόκειται πλέον απλώς για μια αύξηση της δημοτικότητας του τρεξίματος. Οι αριθμοί δείχνουν κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Μια πραγματική έκρηξη των αθλημάτων αντοχής, η οποία φαίνεται να συνδέεται με βαθύτερες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ,ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, αντιλαμβάνονται την άσκηση, την κοινωνική ζωή, τα χρήματα, το αλκοόλ, ακόμη και την ανάγκη να ανήκουν κάπου.

Και αυτό που συμβαίνει στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη ή στο Παρίσι δεν βρίσκεται τόσο μακριά από αυτό που ήδη βλέπουμε στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Κρήτη και σε ολόκληρη την Ελλάδα.

 

Από 578.000 σε 1,34 εκατομμύρια μέσα σε τρία χρόνια

Αν κάποιος αναζητούσε έναν αριθμό που να αποτυπώνει αυτή τη μεταβολή, δύσκολα θα έβρισκε καλύτερο παράδειγμα από τον Μαραθώνιο του Λονδίνου.

Για τη διοργάνωση του 2024 υποβλήθηκαν 578.304 αιτήσεις συμμετοχής, αριθμός που αποτέλεσε τότε παγκόσμιο ρεκόρ.

Έναν χρόνο αργότερα, για τον αγώνα του 2025, οι αιτήσεις εκτοξεύθηκαν στις 840.318 ενω για το 2026 έφτασαν τις 1.133.813.

Και για τον Μαραθώνιο του 2027 συνέβη κάτι που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν σχεδόν αδιανόητο: 1.338.544 άνθρωποι μπήκαν στη διαδικασία διεκδίκησης μιας θέσης.

Μέσα σε μόλις τρία χρόνια, δηλαδή, η ζήτηση υπερδιπλασιάστηκε. Μόνο από το Ηνωμένο Βασίλειο κατατέθηκαν περισσότερες από ένα εκατομμύριο αιτήσεις, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 1,8% ολόκληρου του πληθυσμού της χώρας.

Οι διοργανωτές οδηγήθηκαν τελικά σε μια ιστορική απόφαση: ο αγώνας του 2027 θα επεκταθεί σε δύο ημέρες, με στόχο να συμμετάσχουν συνολικά 100.000 δρομείς.

Το εντυπωσιακότερο όμως δεν είναι απλώς ότι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να τρέξουν έναν μαραθώνιο.

Είναι ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι.

Η νέα γενιά που αντί για την οθόνη επιλέγει την εκκίνηση

Για χρόνια κυριάρχησε η αντίληψη ότι οι νεότερες γενιές θα εξελίσσονταν σε μια περισσότερο καθιστική κοινωνία: περισσότερες ώρες μπροστά στις οθόνες, λιγότερη φυσική δραστηριότητα, μικρότερη διάθεση για σωματική δοκιμασία.

Τα δεδομένα των αγώνων αντοχής αρχίζουν να αφηγούνται μια διαφορετική ιστορία.

Στις αιτήσεις του Μαραθωνίου του Λονδίνου για το 2027, οι ηλικίες 18 έως 29 ετών αντιπροσώπευσαν το 35% όλων των αιτήσεων από το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ οι γυναίκες 20 έως 29 ετών αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη επιμέρους ηλικιακή κατηγορία, ξεπερνώντας τις 179.000 αιτήσεις.

Το τρέξιμο, λοιπόν, δεν μεγαλώνει μόνο επειδή οι ήδη υπάρχοντες δρομείς τρέχουν περισσότερο.Μεγαλώνει επειδή μπαίνει στο άθλημα μια νέα γενιά.Και αυτό ενδέχεται να είναι η σημαντικότερη αλλαγή από όλες.

Για έναν νέο άνθρωπο, ο αγώνας δεν είναι πλέον απαραίτητα το τελικό αποτέλεσμα μιας μακράς αθλητικής πορείας. Γίνεται το κίνητρο για να ξεκινήσει αυτή η πορεία.

Πρώτα κλείνει τη συμμετοχή. Μετά αρχίζει να προπονείται.

Ο αριθμός στο στήθος, το μετάλλιο, η φωτογραφία του τερματισμού και η κοινή εμπειρία αποκτούν μια κοινωνική αξία που ξεπερνά κατά πολύ την επίδοση στο χρονόμετρο.

Το τρέξιμο γίνεται η νέα μορφή κοινωνικοποίησης

Για δεκαετίες, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνικής ζωής οργανωνόταν γύρω από το φαγητό, το ποτό, τα μπαρ και τη νυχτερινή έξοδο.Σήμερα αναπτύσσεται παράλληλα ένα διαφορετικό μοντέλο.

Το ραντεβού μπορεί να είναι στις 7 το πρωί.Όχι σε ένα μπαρ, αλλά σε ένα πάρκο.Όχι για ποτό, αλλά για δέκα χιλιόμετρα.Και μετά έρχεται ο καφές.

Οι δρομικές παρέες και οι αθλητικές κοινότητες προσφέρουν κάτι που ο σύγχρονος άνθρωπος φαίνεται να αναζητά όλο και περισσότερο: σταθερότητα, επανάληψη, κοινό στόχο και αίσθηση του ανήκειν.

Υπάρχει συγκεκριμένη ημέρα και ώρα που θα συναντηθείς με τους ίδιους ανθρώπους. Υπάρχει ένας κοινός στόχος. Υπάρχει η προετοιμασία για έναν αγώνα. Υπάρχει η αίσθηση ότι κάποιος θα παρατηρήσει την απουσία σου.

Το τρέξιμο, επομένως, παύει να αποτελεί αποκλειστικά ατομικό άθλημα.Παραδόξως, ένα από τα πιο ατομικά αθλήματα του κόσμου εξελίσσεται σε μια από τις πιο ισχυρές σύγχρονες μορφές κοινότητας.

Λιγότερο αλκοόλ, περισσότερη άσκηση;

Η παράλληλη μεταβολή των κοινωνικών συνηθειών των νέων προσθέτει μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση.

Η άνοδος των αθλημάτων αντοχής συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία σε αρκετές δυτικές κοινωνίες καταγράφεται μετατόπιση των νεότερων ηλικιών προς μικρότερη κατανάλωση αλκοόλ και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την υγεία και τη φυσική κατάσταση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ένα προκαλεί αυτομάτως το άλλο.Υπάρχει όμως μια πολιτισμική σύμπτωση που δύσκολα αγνοείται.

Η νυχτερινή έξοδος απαιτεί χρήματα, επηρεάζει τον ύπνο και συχνά συγκρούεται με την προπόνηση της επόμενης ημέρας. Ο δρομέας που έχει προγραμματίσει 25 χιλιόμετρα στις επτά το πρωί του Σαββάτου αρχίζει αναπόφευκτα να οργανώνει διαφορετικά την Παρασκευή του.

Και όταν αυτό παύει να αφορά έναν μεμονωμένο αθλητή και αρχίζει να αφορά ολόκληρες παρέες, δημιουργείται σταδιακά μια νέα κοινωνική συνήθεια.

Το «πού θα βγούμε απόψε;» αρχίζει να συνυπάρχει με το «πόσα χιλιόμετρα έχουμε αύριο;»

Η οικονομική παράμετρος: Το τρέξιμο μπορεί να γίνει πανάκριβο, αλλά παραμένει προσιτό

Υπάρχει βέβαια μια μεγάλη αντίφαση.Στο ανώτερο επίπεδο, τα αθλήματα αντοχής έχουν μετατραπεί σε μια τεράστια αγορά.

Παπούτσια με πλάκες από ανθρακονήματα, προηγμένα ρολόγια, μετρητές ισχύος, εξειδικευμένη διατροφή, συμπληρώματα, φυσικοθεραπείες, ταξίδια και συμμετοχές σε αγώνες μπορούν να ανεβάσουν τον ετήσιο προϋπολογισμό ενός ερασιτέχνη αθλητή σε αρκετές χιλιάδες ευρώ.

Στην πραγματική βάση του όμως το τρέξιμο εξακολουθεί να διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα:η είσοδος στο άθλημα παραμένει εξαιρετικά απλή.

Ένα ζευγάρι παπούτσια και ένας δρόμος αρκούν.Δεν απαιτείται γήπεδο, ειδικός χώρος, αντίπαλος, συγκεκριμένη ώρα ή ακριβός εξοπλισμός.Μπορείς να τρέξεις μόνος ή με άλλους. Στις έξι το πρωί ή στις δέκα το βράδυ. Για είκοσι λεπτά ή για τρεις ώρες.

Σε μια εποχή κατά την οποία το κόστος πολλών μορφών ψυχαγωγίας αυξάνεται, αυτή η απλότητα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Και στην Ελλάδα η εικόνα αλλάζει με εντυπωσιακή ταχύτητα

Όποιος πιστεύει ότι όλα αυτά αφορούν μόνο το εξωτερικό αρκεί να κοιτάξει τι συνέβη στον Αυθεντικό Μαραθώνιο της Αθήνας.

Τον Απρίλιο του 2025 χρειάστηκε μόλις μία εβδομάδα για να καλυφθούν οι διαθέσιμες θέσεις. Οι 24.000 θέσεις του Μαραθωνίου εξαντλήθηκαν, όπως και σχεδόν όλες οι συνολικά 78.000 θέσεις των αγώνων της διοργάνωσης.

Τελικά, το αγωνιστικό διήμερο του 2025 οργανώθηκε για περίπου 76.000 συμμετοχές σε όλες τις αποστάσεις.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εξέλιξη των ελληνικών συμμετοχών.Στην κλασική απόσταση, οι Έλληνες συμμετέχοντες αυξήθηκαν από 9.832 το 2019 σε 13.081 το 2025. Πρόκειται για αύξηση περίπου 33% μέσα σε έξι χρόνια.

Στα 10 χιλιόμετρα η μεταβολή ήταν ακόμη μεγαλύτερη: από 10.187 Έλληνες το 2019 φτάσαμε στους 14.947 το 2025, δηλαδή αύξηση περίπου 47%.

Και δεν πρόκειται μόνο για την Αθήνα.

Το 2025 καταγράφηκαν αποτελέσματα από περισσότερες από 500 διαφορετικές δρομικές διοργανώσεις στην Ελλάδα, μια ένδειξη του πόσο έχει εξαπλωθεί πλέον το οργανωμένο τρέξιμο στην ελληνική επικράτεια.

Από τους μεγάλους αγώνες δρόμου μέχρι τους ορεινούς αγώνες, τους ημιμαραθωνίους της περιφέρειας και τα μικρά τοπικά πεντάρια και δεκάρια, δημιουργείται ένα δρομικό οικοσύστημα που πριν από δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια απλώς δεν υπήρχε σε αυτή την έκταση.

Η ελληνική «δρομική παρέα» έχει πλέον διαφορετική μορφή

Υπάρχει μάλιστα μια ελληνική ιδιαιτερότητα που κάνει το φαινόμενο ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Το τρέξιμο στην Ελλάδα δεν αναπτύσσεται αποκλειστικά μέσα από επίσημους αθλητικούς συλλόγους.Αναπτύσσεται μέσα από παρέες.

Μέσα από ανεπίσημες ομάδες δρομέων, προπονητικές ομάδες, τοπικές κοινότητες, ανθρώπους που γνωρίστηκαν σε έναν αγώνα και κατέληξαν να προπονούνται μαζί κάθε εβδομάδα.

Και κάπως έτσι δημιουργείται ένας διαφορετικός κοινωνικός κύκλος.Συναντιέσαι με ανθρώπους που πιθανότατα δεν θα γνώριζες ποτέ διαφορετικά. Άλλη ηλικία, άλλο επάγγελμα, άλλη κοινωνική διαδρομή. Το κοινό σημείο είναι ένα: τρέχετε.

 

Η κοινή προπόνηση καταργεί πολλές από τις κοινωνικές αποστάσεις που υπάρχουν στην καθημερινότητα.

Στον δρόμο όλοι αντιμετωπίζουν την ίδια ανηφόρα.

Το μυαλό ίσως εξηγεί περισσότερα από το σώμα

Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο πίσω από την έκρηξη της αντοχής.

Γιατί κάποιος επιλέγει εθελοντικά να ξυπνήσει στις έξι το πρωί για να τρέξει 30 χιλιόμετρα;

Γιατί πληρώνει για να ταξιδέψει σε μια άλλη πόλη ώστε να υποβάλει το σώμα του σε αρκετές ώρες κόπωσης;

Γιατί, λίγες ώρες μετά τον τερματισμό ενός μαραθωνίου και ενώ δυσκολεύεται ακόμη και να κατέβει μια σκάλα, αρχίζει να σκέφτεται τον επόμενο;

Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στη φυσιολογία.

Η άσκηση προσφέρει κάτι εξαιρετικά πολύτιμο μέσα στη σύγχρονη αβεβαιότητα: έναν στόχο που μπορεί να μετρηθεί και μια διαδικασία που μπορεί να ελεγχθεί.

Μπορεί κάποιος να μην ελέγχει την οικονομία, τη δουλειά του ή όλα όσα συμβαίνουν γύρω του.

Μπορεί όμως να αποφασίσει ότι την Κυριακή θα τρέξει 20 χιλιόμετρα.

Μπορεί να δει τον εαυτό του να περνά από τα πέντε στα δέκα και από τα δέκα στα είκοσι.

Η πρόοδος είναι χειροπιαστή.

Το χρονόμετρο δεν γνωρίζει ποιος είσαι.

Ξέρει μόνο τι κατάφερες.

Όταν η επιτυχία δημιουργεί το επόμενο πρόβλημα

Η έκρηξη αυτή όμως γεννά ήδη μια μεγάλη αντίφαση.

Όσο περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να τρέξουν, τόσο δυσκολότερο γίνεται να συμμετάσχουν στους αγώνες που τους ενέπνευσαν να ξεκινήσουν.

Το Λονδίνο αποτελεί το ακραίο παράδειγμα: 1.338.544 αιτήσεις για έναν αγώνα που, ακόμη και μετά τη θεαματική επέκτασή του σε δύο ημέρες το 2027, σχεδιάζεται να δεχθεί 100.000 δρομείς.

Και στην Ελλάδα είδαμε ήδη μια ηπιότερη εκδοχή του ίδιου προβλήματος: οι εγγραφές του Αυθεντικού Μαραθωνίου του 2026 εξαντλήθηκαν σε λίγες ημέρες.

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον.

Εάν οι αγώνες γίνουν ολοένα ακριβότεροι και οι θέσεις ολοένα δυσκολότερο να αποκτηθούν, το άθλημα κινδυνεύει να δημιουργήσει το δικό του παράδοξο:

να γίνει περισσότερο δημοφιλές αλλά λιγότερο προσβάσιμο.

Δεν τρέχουμε απλώς περισσότερο, ίσως αλλάζουμε τον τρόπο που ζούμε

Ίσως λοιπόν η πραγματική ιστορία πίσω από τους αριθμούς να μην είναι τα 1,34 εκατομμύρια αιτήσεων του Λονδίνου. Ούτε οι δεκάδες χιλιάδες συμμετοχές της Αθήνας.

Η πραγματική ιστορία βρίσκεται ένα πρωινό Κυριακής σε μια ελληνική παραλιακή.

Είναι ο 25χρονος που προπονείται για τον πρώτο του ημιμαραθώνιο δίπλα στον 50χρονο που κυνηγά νέο ατομικό ρεκόρ. Είναι η παρέα που μετά τα 15 χιλιόμετρα κάθεται για καφέ. Είναι ο άνθρωπος που πριν από έναν χρόνο δεν μπορούσε να τρέξει συνεχόμενα ούτε τρία χιλιόμετρα και σήμερα σκέφτεται τον πρώτο του μαραθώνιο.

Το τρέξιμο προσφέρει κάτι παράξενα απλό σε έναν κόσμο που γίνεται διαρκώς πιο σύνθετος.

Έναν δρόμο. Έναν στόχο. Μια παρέα. Και την αίσθηση ότι προχωράς.

Γι' αυτό ίσως δεν παρακολουθούμε απλώς ακόμη μία μόδα ευεξίας.

Ίσως παρακολουθούμε μια βαθύτερη κοινωνική μετατόπιση, στην οποία η άσκηση αντοχής μετατρέπεται ταυτόχρονα σε άθλημα, ψυχαγωγία, κοινωνική ζωή, προσωπική πρόκληση και κοινότητα.

Και αν οι αριθμοί συνεχίσουν προς την ίδια κατεύθυνση, το μεγάλο ερώτημα για τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι πλέον γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν.

Θα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό:

Πού θα χωρέσουν όλοι αυτοί που θέλουν να σταθούν στην επόμενη γραμμή εκκίνησης;